Οι διαφημιστικές εταιρείες υπολόγιζαν ως τζίρο τους όχι μόνο την αμοιβή της εργασίας τους αλλά και το media budget των πελατών τους. Αν, δηλαδή, μια τηλεοπτική καμπάνια κόστιζε 50.000 ευρώ για την αμοιβή του δημιουργικού και την παραγωγή των σποτ και 2.000.000 ευρώ για να πληρωθούν τα ΜΜΕ που θα τα έπαιζαν, η διαφημιστική εμφάνιζε τζίρο 2.050.000 ευρώ. Τιμολογούσε τον πελάτη με το σύνολο του ποσού και έπαιρνε τιμολόγιο από τα ΜΜΕ έναντι των οποίων ήταν πλήρως υπεύθυνη για να τα εξοφλήσει. Αυτό προέβλεπε ο «νόμος Βενιζέλου» για τη Διαφήμιση, ένα μνημείο ανορθολογισμού, κρατικισμού και πελατειακών εξυπηρετήσεων. Η διαφημιστική ήταν επίσης υπεύθυνη για την πληρωμή του ειδικού φόρου και του αγγελιοσήμου. Καμιά σοβαρή αντίδραση δεν υπήρξε σ’ αυτόν τον νόμο – έκτρωμα, μολονότι ο κίνδυνος στις διαφημιστικές εταιρείες σε περίπτωση αδυναμίας του πελάτη να εξοφλήσει ήταν θανατηφόρος.

Γιατί δεν αντέδρασαν οι διαφημιστές; Διότι έτσι μπορούσαν να παζαρεύουν με τα ΜΜΕ τις επιστροφές (ΥΕΒ: year-end bonus) στο τέλος του χρόνου. Ο νόμος Βενιζέλου προέβλεπε 9,9% του media budget ως ανώτατο όριο επιστροφών – επιβράβευση για τον τζίρο που έκανε μια διαφημιστική ή ένα media shop σε ένα ΜΜΕ. Στην πραγματικότητα, κάτω από το τραπέζι, τα ποσά ήταν πολύ μεγαλύτερα. Αυτή η αήθης συναλλαγή οδήγησε σε χρεοκοπία μεγάλες διαφημιστικές εταιρείες όταν χρεοκόπησε το ALTER. H περίπτωση αυτών των χρεοκοπιών ήταν παγκόσμια πρωτοτυπία. Μια εταιρεία έχει πρόβλημα όταν χρεοκοπεί πελάτης της και όχι… προμηθευτής της! Γιατί συνέβη αυτό; Διότι οι διαφημιστικές προαγόραζαν με τεράστια έκπτωση διαφημιστικό χρόνο τον οποίον μετά θα μοσχοπουλούσαν στους διαφημιζόμενους και όταν το κανάλι βάρεσε κανόνι έμειναν με τον χρόνο στο χέρι.

Η REVERSE διαχειρίστηκε δεκάδες δισεκατομμύρια (δραχμές) ως media budget μεγάλων πελατών. Τις καλές εποχές αυτό το ποσό ήταν σταθερά πάνω από 10 δισ. δραχμές τον χρόνο. Όμως τιμολογούσε και τιμολογεί μόνο τη δημιουργική εργασία και οδηγεί τον πελάτη στο να έχει οικονομικές δοσοληψίες κατ’ ευθείαν με το Μέσο, παίρνοντας την όποια επιστροφή ως έκπτωση στο ξεκίνημα της συμφωνίας. Η παράκαμψη του νόμου Βενιζέλου μπορεί να γίνει νόμιμα με ένα σωρό τρόπους. (Ένας από αυτούς είναι π.χ. η δημιουργία in house διαφημιστικής – εικονικής ή πραγματικής – στην οποία αποκλειστικός μέτοχος είναι ο πελάτης.) Έτσι ο πελάτης ήξερε τι πλήρωνε και για ποιον λόγο.

Οι φόροι ήταν οι μικρότεροι δυνατοί, υπολογισμένοι στο πραγματικό ποσό και όχι στις (υψηλές) τιμές τιμοκαταλόγου που προέβλεπε ο νόμος Βενιζέλου. Η REVERSE δεν έπαιρνε ούτε δεκάρα επιστροφή, αλλά δεν διέτρεχε και κανέναν κίνδυνο σε περίπτωση χρεοκοπίας πελάτη. Το πολύ να μην πληρωνόταν για τη δουλειά της. Κυρίως όμως έτσι, μέσω της απόλυτης διαφάνειας, χτίζονται σχέσεις εμπιστοσύνης, οι οποίες έχουν οικονομικό όφελος και για τους δύο. Για τον διαφημιζόμενο διότι ξέρει ότι έχει έναν διαφανή συνεργάτη που προασπίζει το συμφέρον του και για τη διαφημιστική διότι έχει σταθερούς και πιστούς πελάτες. Έτσι σχεδόν εκμηδενίζει το ρίσκο της επισφάλειας και γλυτώνει από τη δουλειά των new business παρουσιάσεων και των επαφών, που συνήθως απορροφούν τον μισό και πλέον χρόνο εργασίας μιας διαφημιστικής.